Καλησπέρα – καλησπέρα

Κάποτε αυτοί οι δρόμοι μύριζαν βότανα. Ρίγανη, θυμάρι μαζί με μια δυνατή μυρωδιά αντισηπτικού.  Γιατί πάντα υπήρχαν εδώ ξενοδοχεία με γυναίκες. Έτσι τα ανέφεραν τότε. Τώρα τα βράδια, η περιοχή γεμίζει με μαύρα κορίτσια. Περούκες για να μην φαίνονται τα σγουρά τους μαλλιά, μπλουζάκια αντί για φουστάνια και υποσχέσεις για φθηνό αφρικάνικο σεξ. Οι παλιές πόρνες σε καλόπιαναν με γλυκές κουβέντες. Αγάπη μου, μωρό μου, λεβέντη μου. Τώρα τα κορίτσια για να σε δελεάσουν φωνάζουν «χωρίς πλαστικό».

Την πρώτη φορά που τις είδα ήταν στα γενέθλια ενός φίλου σε ένα μαγαζί στην πλατεία Θεάτρου. Γέλασα μάλλον με την επιμονή τους να διαλαλούν τις υπηρεσίες τους  σαν τους μανάβηδες της αγοράς. «Νιγηριανές» μου ψιθύρισε κάποιος  αλλά τότε δεν έδωσα σημασία.

Αυτές τις μέρες ξανακοίταξα τον χάρτη. Νιγηρία. 7 φορές μεγαλύτερη από την Ελλάδα, 150 εκατομμύρια κάτοικοι. 6η πετρελαιοπαραγωγός χώρα του κόσμου. Η υπερδύναμη της Αφρικής. Και τότε, τι ζητάνε τα κορίτσια της, στους σκοτεινούς δρόμους της Ευρώπης; Ποιος τις ελέγχει; Ποιοι πλουτίζουν; Είναι αλήθεια ότι τις δένουν με βουντού; Με τελετές μαύρης μαγείας; Για να βρούμε απαντήσεις ζήσαμε 3 εβδομάδες με τις άγνωστες πόρνες, της Σωκράτους και της Ευριπίδου.

 

Και διαπιστώσαμε ότι τα αδιέξοδα ενός ολόκληρου κόσμου μπορούν να στριμωχτούν σε 2 δρόμους.

 

Αν ποτέ γραφόταν η ιστορία των μαύρων κοριτσιών της Αθήνας η Φλώρα θα  ήταν η πρώτη ηρωίδα.

Ήταν τέτοιες μέρες πριν από 2 χρόνια. Η αστυνομία κάνει ντου και συλλαμβάνει πολλά κορίτσια ανάμεσα τους και τη Φλώρα. Τις πάει στο αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη. Καμία όμως δεν μιλάει γιατί έχουν δώσει όρκο σιωπής. Η Φλώρα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον προστάτη της. Αυτός την αποφεύγει. Και εκεί, η Φλώρα αποφασίζει να τα πει όλα στην αστυνομία. Παρότι αναφέρει τα τηλεφωνά και τις διευθύνσεις μιας γυναίκας –της μαντάμ δηλαδή, και ενός άντρα –του μπος- η αστυνομία και μετά ο δικαστής θεωρούν ότι λέει ψέματα. Θα χρειαστούν οι επίμονες παρεμβάσεις μιας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης για να πεισθεί τελικά ένας εισαγγελέας Εφετών ότι η Φλώρα λέει αλήθεια.  Θα ασκηθούν διώξεις αλλά τα πουλάκια – ή μάλλον τα κοράκια- θα έχουν πετάξει. Την ιστορία της μου την είπε για πρώτη φορά σε ένα καφέ στην Ομόνοια. Όταν της ζήτησα να μιλήσει στην κάμερα μου είπε ότι φοβάται ότι το μπος θα την εκδικηθεί. Τελικά απάντησε στις ερωτήσεις μου αφού την διαβεβαίωσα ότι θα σκέπαζα τη φωνή της με μια άλλη γυναικεία φωνή.

Την ακούω αλλά δεν ξαφνιάζομαι. Από την πρώτη μέρα που κατηφόρισα στα στέκια τους άκουσα πολλές ιστορίες με βουντού. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι η δικαιολογία τους. Είναι όμως πραγματικότητα. Η φτώχια και η αμορφωσιά γεννάνε δεισιδαιμονίες. Οι θρησκείες λένε ότι υπάρχει διάβολος, ε κάποιες φορές αυτός ο διάβολος γίνεται θρησκεία.

Τα κορίτσια δίνουν συνήθως τρίχες από το κεφάλι τους ή τη μασχάλη ή την ευαίσθητη περιοχή. Και ο μάγος τις ορκίζει να υπακούν τον άνθρωπο που θα τις πάει στην Ευρώπη. Φαίνεται γελοίο αλλά τα κορίτσια πιστεύουν ότι οι τρίχες τους, το κομμάτι τους που έχει μείνει πίσω, στην καλύβα του μάγου, της κρατάει δεμένες με τις υποσχέσεις τους.

Αν όμως η πρώτη πράξη είναι περίπου ίδια για όλα τα κορίτσια από το Μπενίν, η ιστορία της Φλώρας έχει ανατροπές. Γιατί σας είπα, η ηρωίδα μας δεν ήθελε να έχει την τύχη των υπολοίπων κοριτσιών.  Προσέξτε λοιπόν πως εξελίσσεται η ζωή της στην Ελλάδα.

Η Φλώρα μετά την συνέντευξη ζήτησε να την πάμε μια βόλτα στο Κολωνάκι. Ήθελε να δει τις βιτρίνες. Ζει 4 χρόνια στην Αθήνα αλλά έχει περπατήσει  μόνο την Ευριπίδου. Τώρα τις νύχτες διασχίζει και ένα πεζόδρομο στην Δυτική Αθήνα, για να πάει στο μπαρ που δουλεύει.  Τελικά όμως δεν βγήκε απ’ το αυτοκίνητο. Κοίταξε τις βιτρίνες μέσα από το παράθυρο και μετά ζήτησε να την πάμε στο σπίτι της.

 

Αυτοί οι δρόμοι πρωταγωνιστούν συχνά στα δελτία ειδήσεων.

Μόλις πέσει ο ήλιος γεμίζουν με πρεζόνια, πόρνες, κούτες με λαθραία. Η πρέζα αλλάζει χέρια σε χαρτοπετσέτες, την κόβουν και την βαράνε όλοι μαζί, οι πόρνες είναι μαύρες και κατεβαίνουν παρέες παρέες από την Σοφοκλέους και  τα λαθραία τα σέρνουν μετανάστες. Αυτά θα δουν οι βιαστικοί.

Ο βρώμικος πάτος ενός βαρελιού ή μήπως ο πάτος ενός βρώμικου βαρελιού;

Όταν πρωτομπήκαμε εδώ οι εφημερίδες έγραφαν για συμμορίες  αλλοδαπών που λύνουν τις διαφορές τους με τσεκούρια και σπαθιά σαμουράι. Τα στενά γέμισαν με βλοσυρούς αστυνομικούς. Τα πρεζόνια αποσύρθηκαν για λίγο στο Μουσείο της Πατησίων και οι πόρνες στη Καποδιστρίου. Μόλις η επικαιρότητα έστρεψε το βλέμμα της αλλού,  το σκηνικό ξαναστήθηκε.

«Είναι χιλιάδες πια τα κορίτσια» θα μου πει η Σάξες. «Και υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες που θέλουν να έρθουν στην Ευρώπη. Άρα δεν θα σταματήσει ποτέ».

Την μέρα που την συνάντησα είχε γενέθλια. Γινόταν 29. Το ραντεβού μας ήταν στη Ζήνωνος. Οι περαστικοί μας κοιτούσαν και κρυφογελούσαν.  Μου μιλούσε ψιθυριστά αν και το σώμα της δεν μαρτυρούσε κανενός είδους δισταγμό. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που προχωρούσε στο δρόμο με ένα λευκό άνδρα που δεν ήταν πελάτης της. «Ποια είναι η πρώτη λέξη που έμαθες στα ελληνικά;». «30 ευρώ» μου λέει σχεδόν αμέσως. Δεν καταλαβαίνω και  επαναλαμβάνει  «30 ευρώ» «Ευριπίδου», προσθέτει για να με διευκολύνει.

Η Σάξες έχει μια ιστορία σαν όλες τις άλλες κι αυτή όμως μ’ ένα απροσδόκητο τέλος. Μια παιδική της φίλη που ξεπλήρωσε νωρίς το χρέος της στο «μπος» ήθελε να κάνει καριέρα «Μαντάμ». Πήγε στο Μπενίν και μάζεψε κορίτσια. Ανέβηκαν οδικώς την Αφρική και μέσω Μαρόκου πέρασαν στην Ευρώπη.

Τις πρώτες μέρες η Σάξες κρυβόταν πίσω από τις κολώνες της Ευριπίδου. Τέτοια ντροπή ένιωθε. Γρήγορα όμως πήρε τον αέρα της νύχτας και έγινε περιζήτητη.

Το επιχείρημα αυτό θα το ακούσεις συχνά απ’ τα κορίτσια. Έχουν δει ανθρώπους να πεθαίνουν από την πείνα, φοβούνται μην επιστρέψουν στο τίποτα και θεωρούν την πορνεία ένα αναγκαστικό σύντομο σταθμό στην αναζήτηση καλύτερης ζωής.

Η Σάξες μάζεψε γρήγορα τα 40.000ε και ξεχρέωσε τη φίλη της –που παντρεύτηκε και έφυγε για τον Καναδά. Και τότε έγινε κάτι που η Σάξες θεωρεί θεϊκό σημάδι. Ένα βράδυ εκεί που περίμενε τους πελάτες, την πλησίασαν οι γυναίκες της Νέας Ζωής. Μια Χριστιανική μη κυβερνητική οργάνωση που προσπαθεί να πείσει τα κορίτσια  να επιστρέψουν στο δρόμο του Θεού. «Ο Ιησούς Χριστός σταυρώθηκε ώστε να έχεις ζωή αιώνια», έλεγε το χαρτί που μοίραζαν οι γυναίκες και η Σάξες το πήρε σαν εντολή. Η Ευριπίδου τέλος. «Μα ο Θεός τα αποφασίζει αυτά»  τολμάω και τη ρωτάω.

«Ναι. Ο Θεός με οδήγησε σε αυτή τη δουλειά και ο Θεός με βοήθησε να γλυτώσω».

Μπαίνοντας στην εκκλησία του επισκόπου Ντάγιο και της Μάδερ Ελίζαμπεθ, στον 1ο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικία, ξαφνιάζεσαι. Μόνο αυτό μπορώ να πω. Η χαρά έρχεται σαν κύμα προς το μέρος σου και δεν ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Απέναντι σου είναι κορίτσια που έχεις δει στο δρόμο, κοπέλες που σπουδάζουν στα πανεπιστήμια, τα οικονομικά και η ιατρική είναι οι αγαπημένες τους επιστήμες,  κάποιος που σου πούλησε DVD, επιχειρηματίες, γιαγιάδες, πολιτικοί πρόσφυγες, λευκές κοπέλες με τους Νιγηριανούς φίλους τους. Μια μεγάλη ευτυχισμένη παρέα. Και είναι φανερό ότι ξέρει ο ένας τον άλλο, δεν υπάρχουν μυστικά στην Νιγηριανή κοινότητα. Μια έρευνα, από αυτές που αγαπούν  οι δυτικοί, η μελέτη της ευτυχίας, των Τάιμς του Λονδίνου, έδειξε ότι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι του κόσμου είναι οι Νιγηριανοί και οι Μεξικανοί.

Ο Επίσκοπος έχει μεγάλο τρακ που μας παρακολουθεί η κάμερα. Μέχρι σήμερα τον είχα δει μόνο χαμογελαστό, τώρα όμως φοβάται μην κάνει κάποιο λάθος. Έχει κρατήσει μάλιστα και σημειώσεις.

«Κάποια κορίτσια μου είπαν ιστορίες με βουντού, τι αλήθεια συμβαίνει»; τον ρωτάω διακόπτοντας τον μονόλογο του.

Μόλις τελειώσει η συνάντηση μας ο Επίσκοπος σπεύδει να ακούσει τις παρατηρήσεις της Μάδερ Ελίζαμπεθ της γυναίκας τους. Είναι φανερό ότι σε αυτή την χριστιανική εκκλησία δεν έχει ακουστεί ποτέ το «η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα».

Η Μπέτυ ήρθε στο ραντεβού φορώντας ψηλοτάκουνες γόβες και μακριές ψεύτικες μπούκλες που έφταναν μέχρι τους ώμους. Οι γυναίκες από τη Νιγηρία έχουν συνδυάσει τα μακριά μαλλιά με τη θηλυκότητα. Όσες γνώρισα, μητέρες, πόρνες, νοικοκυρές, φοιτήτριες, όλες φορούσαν περούκες ή εξτένσιονς. Μην βιασθείτε όμως να βγάλετε συμπεράσματα για την Μπέττυ. Η περιπέτεια της δεν έχει καμία σχέση με τις ιστορίες των άλλων κοριτσιών.

Το προσέξατε; Τρεις διαφορετικές ιστορίες. Τελικά όμως τρεις ίδιες απαντήσεις. Όχι, δεν έχουμε μετανιώσει. Ναι, θα ξανακάναμε το ταξίδι από την Νιγηρία στην Ευρώπη.

Πολλές φορές στην διάρκεια αυτού του ρεπορτάζ αναρωτήθηκα. Τι από όλα αυτά που κατέγραψαν οι κάμερες πρέπει να σας δείξουμε; Τι από όλα αυτά που μας είπαν είναι αλήθεια; Και μετά ήτανε τα ερωτήματα των κοριτσιών. Τι να κάνουμε; Να γυρίσουμε πίσω, στην φτώχεια; Και πώς να δώσεις συμβουλές σε ανθρώπους που φεύγουν από μια χώρα που ο μέσος όρος ζωής χρόνο με το χρόνο πέφτει. Μια γυναίκα στη Νιγηρία προσδοκά να ζήσει 44 χρόνια και έρχεται στην Ελλάδα που ο μέσος όρος ζωής είναι 81 χρόνια. Για σκεφτείτε το λίγο… 44 ή 81;

Εγώ δεν έχω απάντηση.

Για τρία πράγματα όμως είμαι σίγουρος. Πρέπει να δυσκολέψουμε με κάθε τρόπο τη ζωή αυτών που εμπορεύονται ανθρώπους. Πρέπει να προστατεύσουμε όσα κορίτσια θέλουν να εγκαταλείψουν τους δρόμους. Και πρέπει σαν πολίτες  του κόσμου, να κάνουμε επιτέλους κάτι για την Νιγηρία, και όλες αυτές τις πλούσιες περιοχές με τους φτωχούς ανθρώπους.

Περισσότερα
Φωτογραφίες
HPIM6109
HPIM6123
IMG_3667
IMG_3679