Η Αγγελική, η Βίβιαν, ο Νώντας, οι νεκροί της 5ης Μαΐου μέσα από τα λόγια των συγγενών τους

Πόσο γρήγορα ξεχνιέται ένα θάνατος; Τρεις θάνατοι; Ή μήπως πρέπει να πω τέσσερις γιατί η Αγγελική ήταν έγκυος στον 4ο μήνα. Και ποιος θυμάται τα δύο άλλα ονόματα. Τον Νώντα και την Βίβιαν. Ούτε ένα σύνθημα δεν γράφτηκε για αυτούς. Στα επετειακά τεύχη της χρονιάς – μου θυμίζει ένας συγγενής – μια εφημερίδα έγραψε ότι «το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου του 2010 το πιο σημαντικό γεγονός ήταν η ανθοκομική έκθεση Κηφισιάς». Σκύβω το κεφάλι και δεν έχω τι να πω. «Είναι ντροπή. Βοηθήστε τον κόσμο να σκεφτεί, να θυμηθεί. Η μνήμη είναι σημαντικό πράγμα. Τι φοβάστε δηλαδή;». Η αστυνομία και η πυροσβεστική δεν έχουν τίποτε καινούργιο να μου πουν. Ο Κάιν ο αναρχικός με το βιβλικό παρατσούκλι, θέλει όμως να υπερασπιστεί «την τιμή και την ηθική του αναρχισμού» και λέει, κοιτώντας απευθείας τον φακό – θα τον δείτε ίσως την Κυριακή στους «Πρωταγωνιστές»- ότι δεν θα συμπορευθεί με αυτούς που δολοφόνησαν τρεις ανθρώπους. «Τρία αδέλφια μας».
Η περιοχή έχει πάψει εδώ και μήνες να μυρίζει καμένα. Και οι βασιλικοί που είχαν αφήσει κάποιοι έξω από την τράπεζα μαζεύτηκαν. Όλοι όμως ξέρουν ότι εδώ πριν ένα χρόνο κάηκαν τρεις άνθρωποι. Στην μεγαλύτερη ίσως συγκέντρωση της τελευταίας δεκαετίας. Τότε που κάποιοι επιχείρησαν να μπουν στη Βουλή και κάποιοι άλλοι προσπάθησαν για έναν «νέο Δεκέμβρη». Αλλά οι περισσότεροι – δεκάδες χιλιάδες περισσότεροι – ήθελαν απλώς να φωνάξουν ότι η κρίση δεν θα τους φοβίσει. Οι μολότοφ όμως σκόρπισαν νωρίτερα τον κόσμο.
Όσοι διαδηλώνουν από τότε στην Σταδίου, μόλις πλησιάζουν στο «σημείο», σιωπούν. «Έχω δει και κουκουλοφόρους να σκύβουν το κεφάλι» θα μου πει ένας γείτονας. «Περνούν πάτα από το απέναντι πεζοδρόμιο. Ποτέ έξω από την καμένη τράπεζα». Η Αγγελική, η Βίβιαν, ο Νώντας μπορεί να μην κέρδισαν τα πρωτοσέλιδα που τους αξίζουν, η δύναμη τους όμως δεν έχει χαθεί.

Κώστας Πολίτης – θείος και νονός του Νώντα
«Τι σημασία έχει αν βρέθηκε ξαπλωμένος στο πρώτο ή στο τελευταίο σκαλί. Χάθηκε! Δεν χάθηκε;»

Στον τάφο του στην Λευκάδα θα δεις μόνο το όνομα του. Επαμεινώνδας Τσακάλης 1974- 2010. Η μητέρα του η Αγαθή δεν ήθελε να γράψουν τίποτα άλλο. Και να ήθελε δεν το είπε σε κανένα. Ο Νώντας ήταν όλη της η ζωή. Ο άντρας της είχε φύγει από καρκίνο το 85. Μόνη της τον μεγάλωσε. Με την συμπαράσταση του αδελφού της του Κώστα Πολίτη. Στους Αμπελόκηπους τον γέννησε, στην Ηλιούπολη πήγε σχολείο. Στα τσιμεντένια της γηπεδάκια, έπαιξε και μπάσκετ. Πτυχίο στην Αθήνα. Μάστερ στη Σκωτία. Και μετά επιστροφή στην Ηλιούπολη και δουλειά στην Marfin. «Πρώτος πήγαινε, τελευταίος έφευγε». Χρόνο με το χρόνο κέρδιζε και μια καλύτερη θέση, χωρίς όμως να χάνει τους φίλους του. Πάσχα, Χριστούγεννα, «τριήμερα» το έσκαγαν. Και το καλοκαίρι στη Λευκάδα. «Οι Τσακάληδες ήταν μεγάλη οικογένεια στην Πάλαιρο». Οκτώ Μαΐου θα γίνει το μνημόσυνο. Χωρίς εκκλησιαστικές παρλάτες. «Άλλωστε ο Νώντας δεν ήταν σε τίποτε φανατικός. Ούτε στα θρησκευτικά». Προοδευτικός άνθρωπος, με τις εφημερίδες του και τα διαβάσματα του αλλά όχι ενταγμένος σε κάποιο κόμμα. «Μαυρισμένο τον βρήκαμε. Όχι καμένο. Έσκασε. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Μόνο το μέτωπο του ήταν καψαλισμένο». Θα μου δώσει την εικόνα ο Κώστας, ο αδελφός της μητέρας του αλλά και νονός του Νώντα. «Τι σημασία έχει αν βρέθηκε στο τελευταίο ή στο πρώτο σκαλοπάτι; Αν κατέβαινε ή αν ανέβαινε; Η δουλειά του ήταν στον τρίτο όροφο. Αλλά τι να τις κάνουμε τις λεπτομέρειες. Ο Νώντας χάθηκε! Δεν χάθηκε;». Το διαμέρισμα του, τώρα στην Ηλιούπολη είναι κλειστό. «Και κλειστό θα μείνει» μου εξηγεί ο θείος του και νονός του. «Και η Ελένη, το κορίτσι του Νώντα» παίρνω το θάρρος και τον ρωτώ. «Άστην την Ελένη. Προσπαθεί να ξεχάσει. Ίσως να τα καταφέρει το κορίτσι. Για μας όμως είναι αργά. Μόνο τον Νώντα είχαμε».

Ελένη Ζούλια – μητέρα της Βίβιαν
«Ήθελα να φύγει από το Λονδίνο μην την κάψουν σε κανένα τούνελ και μου την κάψανε στην Αθήνα».

Η κυρία Ελένη είναι η συντριβή και η ευγένεια μαζί. Κάθε τρεις λέξεις και ένας κόμπος. «Τι να σου πω παλληκάρι μου». Και τι να ζητήσω να μάθω; Στην Μήλο όλοι έχουν ένα καλό λόγο για την Παρασκευούλα, την κόρη του Μανώλη και της Ελένης, την αδελφή του Μιχάλη του γυμναστή. «Είχα πάει εκείνες τις μέρες στο Μαρούσι. Ανέβαινα 2-3 φορές το χρόνο. Να την βοηθήσω να ξεστρώσει, να βάλουμε τα ανοιξιάτικα». ‘Όταν έσπασαν τα τζάμια και έβαλαν φωτιά, η Βίβιαν τηλεφώνησε στη μάνα της. Δεν της είπε όμως ότι κινδυνεύει. «Με ρώτησε αν είμαι καλά και βιάστηκε να κλείσει. Δεν ξαφνιάστηκα. Πίστεψα ότι μπήκε κάποιος πελάτης και έπρεπε να κλείσει». Οι φωτογραφίες που έκαναν το γύρω του κόσμου, δείχνουν την κοπέλα με τα ροζ παπούτσια, πεσμένη στο μπαλκόνι. Το τηλεφώνημα στη μάνα της το έκανε μάλλον για να την καθησυχάσει. Μη δει στην τηλεόραση τη φωτιά και ανησυχήσει. Και μετά θα βγήκε στο μπαλκόνι να αναπνεύσει αλλά οι μαύροι καπνοί που είχαν τυλίξει από παντού το κτήριο, την έπνιξαν. Εικασίες κάνω γιατί κανείς δεν ήταν στο πλάι της να μας πει τι σκέφθηκε. «Δεν μου ξανατηλεφώνησε ποτέ. Κάτι συγγενείς με πήρανε. Σιδέρωνα. Έφυγα από το Μαρούσι και ούτε εγώ ξέρω πως έφτασα στη Τράπεζα. Το κατάλαβα. Από το βλέμμα των συναδέλφων της, το κατάλαβα». Η Βασιλική Κονταξή τραυματιοφορέας στο ΕΚΑΒ είναι αυτή που «συνόδευσε» την Βίβιαν στο ασθενοφόρο. «Μια γυναίκα με παρακάλεσε να ανοίξω τον νεκρόσακο. Την αναγνώρισε αμέσως από το σταυρουδάκι στο λαιμό».
«Πρόσεχε παιδάκι μου της είχα πει. Τους είχαν ξαναβάλει φωτιά αλλά την είχαν σβήσει. Πρόσεχε παιδάκι μου. ‘’Έλα βρε μαμά χαζή είμαι να κάτσω να με κάψουν’’». Τα λόγια κυλάνε χωρίς ερωτήσεις. «Και να σκεφθείς ότι ήθελα να φύγει από το Λονδίνο μην την κάψουν σε κανένα τούνελ οι τρομοκράτες και μου την κάψανε στην Αθήνα»… «Ποιοι ήταν; Εσύ ξέρεις;»… «Ας τους τιμωρήσει ο Θεός. Εγώ δεν μπορώ να τιμωρήσω κανένα».

Σίσσυ Παπαθανασοπούλου – αδελφή της Αγγελικής
«Δέκα χρόνια μέναμε στην Ιπποκράτους στα Εξάρχεια και κανένας δεν μας πείραξε ποτέ».

Ξεκίνησα με ήλιο από την Αθήνα αλλά λίγο πριν φτάσω στην Πάτρα ο ουρανός συννέφιασε. Την Αγγελική ,την έγκυο που κάηκε στη Σταδίου την έχω στο μυαλό μου ένα χρόνο. Οι φίλοι της στο Facebook μου στέλνουν συνεχώς μηνύματα να μην την ξεχάσω. Να μην ξεχάσω τι; Πως πέθανε; Ή πως έζησε; Στο σπίτι της αδελφής της, της Σίσσυς είναι συγκεντρωμένοι όλοι. Ο μπαμπάς Χάρης, η μαμά Τότα , ο Νίκος ο άντρας της Σίσσυς και ο Χρήστος ο άντρας της Αγγελικής. Το βλέμμα του έχει μια απορία που σε βασανίζει. Το βλέμμα του Χάρη και της Τότας μαρτυρούν ακόμη την αγάπη που μοίρασαν στα παιδιά τους, στις κόρες τους. Δικηγόρος ο κ.Χάρης, διευθύντρια στο υποθηκοφυλακείο η κ.Τότα, προχωρούν στο Αίγιο και τους βγάζουν το καπέλο. «Βοηθούσαν. Και για τις κόρες τους επέλεγαν πάντα το καλύτερο. Ζηλευτή οικογένεια».
Το παιδικό δωμάτιο της κόρης της Σίσσυς και του Νίκου, είναι γεμάτο με φωτογραφίες και μηνύματα της «θείας Αγγελικής».
Ένα χρόνο πριν, το πρωί εκείνης της μέρας η Σίσσυ έφυγε πολύ νωρίτερα απ’ τη δουλειά. Πέρασε μέσα από την πορεία που ήταν μεγάλη και στην Πάτρα. «Η Αγγελική ήτανε στο γραφείο, ήρεμη. Δε φοβότανε ότι θα συμβεί κάτι, ούτως ή άλλως είχε σκοπό να φύγει δυόμισι, τρείς παρά, γιατί είχανε ραντεβού με τον Χρήστο να πάνε στο γιατρό». Η Σίσσυ δεν ξαφνιάστηκε που η αδελφή της δούλευε και απέξω θα περνούσε η πορεία. Πολλές επιχειρήσεις στην Σταδίου δούλευαν. «Δε νομίζω ότι υπάρχει ελληνική τράπεζα στην οποία οι εργαζόμενοι δεν δουλεύουν στις απεργίες. Η αδερφή μου, όπως και όλοι οι συνάδελφοί της, δε θα έθετε την καριέρα της σε κίνδυνο, για να συμμετέχει σε μία διαδήλωση. Όσο σημαντικό κι αν ήταν το θέμα για το οποίο γινόταν. Καλώς ή κακώς, έτσι λειτουργούν τα πράγματα στην Ελλάδα».
Στο σπίτι καθώς ετοίμαζε το φαγητό των παιδιών χτύπησε το τηλέφωνο. «Πόση ώρα έχεις να μιλήσεις με την Αγγελική; Γίνεται χαμός στην Αθήνα, έχουν βάλει φωτιά στο κατάστημα». Φοβήθηκε η Σίσσυ αλλά δεν παρέλυσε. Άλλωστε ήξερε ότι η αδελφή της είχε τετράγωνη λογική. Αυτή ήταν που τους συμβούλευε όλους. Πώς να κινδυνεύσει από δυο μολότοφ; Αν ήταν έτσι θα είμαστε όλοι καμένοι στην Αθήνα. Στο τηλέφωνο όμως δεν απαντούσε. Ευτυχώς όμως βρήκε τον Χρήστο τον άντρα της και την φίλη της την Κατερίνα. Τι ευτυχώς; Ήταν και οι δύο ήδη έξω από την τράπεζα. «Αυτοί μου έδωσαν την εικόνα. Η Τράπεζα καιγόταν και η Αγγελική δεν είχε βγει ακόμη». Η Σίσσυ, ο Χάρης και η Τότα πήραν αμέσως τον δρόμο για την Αθήνα. Σίγουροι ότι η «μικρή» θα τα καταφέρει. «5 χρόνια, 5 μήνες, 5 ώρες και 10 λεπτά είχαμε διαφορά. Δεν ήμασταν αδέρφια, κολλητές ήμασταν. Μέναμε μαζί στην Ιπποκράτους 10 χρόνια. Εκείνη φοιτήτρια, εγώ ασκούμενη δικηγόρος. Μόνο για τα ρούχα τσακωνόμασταν. Θέλαμε πάντα το ίδιο ρούχο». Σε μια ώρα το σκηνικό έχει ξεκαθαρίσει. Η Αγγελική και άλλοι δύο δεν έχουν βγει από την τράπεζα. «Έσπασαν την τζαμαρία, έριξαν εύφλεκτο υλικό και έριξαν μέσα την βόμβα. Τι περίμεναν; Τι περίμεναν; Δέκα χρόνια στα Εξάρχεια και δεν μας πείραξε ποτέ κανένας. Οι αναρχικοί έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης, αλλά έχουνε αξίες. Δεν σκοτώνουνε. Έτσι πίστευα».

Περισσότερα
Φωτογραφίες
Μαρφίν
Ο Νώντας
Η Βίβιαν
Η Αγγελική με την αδερφή της
Αρχεία