Οι γιατροί δε διακινδυνεύουν να βγάλουν τη σφαίρα από το κεφάλι του Tόμι και αυτός δεν μπορεί να το πάρει απόφαση. Τον ενοχλεί. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί βρέθηκε εκείνο το βράδυ στο δρόμο του Καζάκου. Γιατί δεν έτρεξε όταν είδε το όπλο να τον σημαδεύει στο κεφάλι. Και ο Θεός τι έκανε; Γιατί τον άφησε απροστάτευτο; Γιατί τον άφησε να έρθει στην Αθήνα; Γιατί δεν τον έσπρωξε να φύγει μια ώρα αρχύτερα για το Λονδίνο, αφού εκεί ήθελε από την αρχή να πάει; Τώρα όλα μπερδεύτηκαν. Όλα σταμάτησαν. Και τα όνειρα και τα σχέδια. Ακόμη και η ηλικία του σταμάτησε στη νύχτα που τον πυροβόλησαν. «Πόσων χρόνων είσαι, Τόμι;» τον ρώτησα. «Ήμουνα τριάντα όταν ο άνθρωπος αυτός με πυροβόλησε. Από τότε έχουν περάσει έξι χρόνια».
Το φθινόπωρο του 1999 ο Τόμι, ο Τίμοθι και άλλοι επτά άνθρωποι έπεσαν πυροβολημένοι στους δρόμους γύρω από την Ομόνοια. Ήταν «ξένοι» και το θέμα έφυγε γρήγορα από τα πρωτοσέλιδα και τα δελτία. Η Αθήνα όμως, η Ελλάδα ολόκληρη, συνεχίζει να έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με το ρατσισμό. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε για όλα αυτά που έγιναν τότε, αλλά και για όλα αυτά που γίνονται σήμερα. Γράφτηκε για τα θύματα του κακού μας εαυτού που τσινάει με τους «ξένους».

Όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου θα διατεθούν στον Τόμι και στον Τίμοθι. Για τα φάρμακά τους, το φαΐ τους, για ένα δωμάτιο πιο κοντά στον ήλιο. Εκείνο το φθινόπωρο κάποιος τους πυροβόλησε από πίσω. Αυτή την άνοιξη κάποιοι θα σταθούν δίπλα τους και θα τους βοηθήσουν να συνεχίσουν το δρόμο τους. Όχι πια κυνηγημένοι.